σύσκηνος

σύσκηνος
2 живущий в одной палатке

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σύσκηνος" в других словарях:

  • σύσκηνος — one who lives in the same tent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύσκηνος — ο, η, ΝΑ, και δωρ. τ. σύνσκανος Α αυτός που διαμένει στην ίδια σκηνή με άλλον ή με άλλους αρχ. 1. ομοτράπεζος, σύντροφος 2. συνάδελφος σε θέατρο, σε θίασο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + σκηνος (< σκηνή), πρβλ. επί σκηνος] …   Dictionary of Greek

  • ξύσκηνος — σύσκηνος , σύσκηνος one who lives in the same tent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσκήνοις — σύσκηνος one who lives in the same tent masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσκήνου — σύσκηνος one who lives in the same tent masc gen sg συσκηνόω pres imperat act 2nd sg συσκηνόω pres imperat act 2nd sg συσκηνόω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) συσκηνόω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσκήνους — σύσκηνος one who lives in the same tent masc acc pl συσκηνόω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) συσκηνόω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσκήνων — σύσκηνος one who lives in the same tent masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύσκηνε — σύσκηνος one who lives in the same tent masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύσκηνοι — σύσκηνος one who lives in the same tent masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύσκηνον — σύσκηνος one who lives in the same tent masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσκήνιος — ὁ, Α [σύσκηνος] σύσκηνος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»